Friday, 19 October 2012

Homonyms

Μερικές ομόηχες λέξεις
μίλα – μήλα
σήκω – σύκο
νίκη – νοίκι
πάλη – πάλι
δέστε – δέστε
χείλια – χίλια
πείρα – πήρα - πύρα
λύρα – λίρα
ώμος – όμως
κλείνω – κλίνω
χρηστός – Χριστός
κρητικός – κριτικός
δανικός - δανεικός
Γάλλος - γάλλος
κλίμα – κλήμα
φύλλο – φύλο
ψηλός – ψιλός
κενός - καινός
καιροί – κερί
όρος – όρος
λιτός – λυτός
τοίχοι – τείχη – τύχη – τύχει
τόνος – τόνος
νώτα – νότα
ήτα – ήττα
λίπη – λείπει – λύπη
χήρος – χοίρος
πιάνο – πιάνω
ποιο - πιο
αυτή –αφτί
ευφορία – εφορία - εφορεία
ότι – ό,τι
ευρέως - Εβραίος
άλλως – άλλος
φοιτώ – φυτό
υιός – ιός
διάλειμμα - διάλυμα
κώμα – κόμμα
λιμός – λοιμός
ρήμα – ρίμα
σκηνή – σκοινί
μουσική - μουσικοί
θύρα – Θήρα
δράμα – Δράμα
βόλος – Βόλος
    Fill in the exercise with the correct type of the word.
    1. Αγόρασε τρία κιλά ….. για να κάνει μηλόπιτα. (μίλα – μήλα)
    2. ….. και να του πεις δεν καταλαβαίνει. (ότι – ό,τι)
    3. Θα μετακομίσω από αυτήν την περιοχή γιατί το ….. μου είναι πολύ ακριβό. (νίκη – νοίκι)
    4. Πονάει ο ….. μου. (ώμος – όμως)
    5. Η ….. της ήταν διάχυτη στο πρόσωπό της. (λίπη – λείπει – λύπη)
    6. ….. από τα δύο θέλεις; (ποιο – πιο)
    7. Το ….. της Ελλάδος είναι μεσογειακό. (κλίμα – κλήμα )
    8. Πήγα στη ….. το σαββατοκύριακο. (δράμα – Δράμα)
    9. Του αρέσει όταν τα ….. των δέντρων χρυσίζουν το φθινόπωρο. (φύλλο – φύλο)
    10. Κράτα γερά το ….. και στερέωσέ το στον πάσσαλο. (σκηνή – σκοινί)
    11. Μαγείρεψε φακές ….. για μεσημεριανό. (ψηλός – ψιλός)
    12. Τα παιδιά διαμαρτύρονται πως το ….. τους είναι μικρό. (διάλειμμα – διάλυμα)
    13. Της αρέσει πολύ το ….. τυρί. (δανικός – δανεικός)
    14. Η περιγραφή της επίσκεψης στο σπίτι των φίλων τους ήταν…... (λιτός – λυτός)
    15. Τα βράδια της αρέσει να παίζει …... (πιάνο – πιάνω)
    16. Η θεία της άναψε ένα ….. στον προθάλαμο της εκκλησίας. (καιροί – κερί )
    17. Έφαγε γλυκό από …... (σήκω – σύκο )
    18. Η ομοιοκαταληξία λέγεται αλλιώς και …... (ρήμα – ρίμα)
    19. Θα βγεις …..έξω; (πάλη – πάλι)
    20. Θέλει να επισκεφτεί το ….. Σινά. (όρος – όρος)

        Key to exercise
        1. Αγόρασε τρία κιλά μήλα για να κάνει μηλόπιτα. (μίλα – μήλα)
        2. Ό,τι και να του πεις δεν καταλαβαίνει. (ότι – ό,τι)
        3. Θα μετακομίσω από αυτήν την περιοχή γιατί το νοίκι μου είναι πολύ ακριβό. (νίκη – νοίκι)
        4. Πονάει ο ώμος μου. (ώμος – όμως)
        5. Η λύπη της ήταν διάχυτη στο πρόσωπό της. (λίπη – λείπει – λύπη)
        6. Ποιο από τα δύο θέλεις; (ποιο – πιο)
        7. Το κλίμα της Ελλάδος είναι μεσογειακό. (κλίμα – κλήμα )
        8. Πήγα στη Δράμα το σαββατοκύριακο. (δράμα – Δράμα)
        9. Του αρέσει όταν τα φύλλα των δέντρων χρυσίζουν το φθινόπωρο. (φύλλο – φύλο)
        10. Κράτα γερά το σκοινί και στερέωσέ το στον πάσσαλο. (σκηνή – σκοινί)
        11. Μαγείρεψε φακές ψιλές για μεσημεριανό. (ψηλός – ψιλός)
        12. Τα παιδιά διαμαρτύρονται πως το διάλειμμά τους είναι μικρό. (διάλειμμα – διάλυμα)
        13. Της αρέσει πολύ το δανικό τυρί. (δανικός – δανεικός)
        14. Η περιγραφή της επίσκεψης στο σπίτι των φίλων τους ήταν λιτή. (λιτός – λυτός)
        15. Τα βράδια της αρέσει να παίζει πιάνο. (πιάνο – πιάνω)
        16. Η θεία της άναψε ένα κερί στον προθάλαμο της εκκλησίας. (καιροί – κερί )
        17. Έφαγε γλυκό από σύκο. (σήκω – σύκο )
        18. Η ομοιοκαταληξία λέγεται αλλιώς και ρίμα. (ρήμα – ρίμα)
        19. Θα βγεις πάλι έξω; (πάλη – πάλι)
        20. Θέλει να επισκεφτεί το όρος Σινά. (όρος – όρος)

        Tuesday, 2 October 2012

        Wishes

        Common wishes
        Γέννηση
        Να σας ζήσει.
        (Καλότυχο κι ευτυχισμένο).


        Βάπτιση
        Να σας ζήσει.

        Γενέθλια

        Χρόνια Πολλά ( χαρούμενα κι ευτυχισμένα).
        Πολύχρονος -η. Να είσαι πάντα γερός –ή και δυνατός –ή.
        (Να τα εκατοστίσεις).

        Ονομαστική Εορτή
        Χρόνια Πολλά.
        Όλες οι επιθυμίες σου ευχές μου.
        (Ό,τι επιθυμείς).

        Αρραβώνας
        Συγχαρητήρια για τον αρραβώνα σας. Η ώρα η καλή.
        Θερμά συγχαρητήρια και καλά στέφανα.

        Γάμος

        Στους νεόνυμφους
        Να ζήσετε ευτυχισμένοι κι αγαπημένοι.
        Σας ευχόμαστε ολόψυχα κάθε ευτυχία, με καλούς απογόνους.
        (Βίον ανθόσπαρτον).

        Στους συγγενείς
        Να σας ζήσουν.
        Να τους χαίρεστε.

        Επέτειος
        Τις θερμότερες ευχές μας για την επέτειό σας.

        Αποφοίτηση
        Συγχαρητήρια. Καλή σταδιοδρομία.

        Εγκαίνια
        Καλές δουλειές. Πάντα επιτυχίες.

        Αναχώρηση
        Καλό ταξίδι.
        Καλή αντάμωση.
        Εις το επανιδείν.

        Ασθένεια
        Περαστικά.
        Καλή ανάρρωση.

        Θάνατος
        Συλλυπητήρια.
        (Ζωή σ’ εσάς).
        (Να ζήσετε να τον /την θυμόσαστε).

        Χριστούγεννα – Νέο Έτος
        Καλά Χριστούγεννα
        Κι ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος
        (με υγεία, αγάπη κι ευτυχία).

        Πάσχα.
        Καλό Πάσχα.
        Καλή Ανάσταση.

        Δεκαπενταύγουστος
        Χρόνια Πολλά.

        Friday, 14 September 2012

        Literature, Thomas Korovinis – O gyros tou thanatou

        Στα πανηγύρια τότε δεν πηγαίναμε μόνο εμείς αλλά μαζεύονταν όλα τα παράξενα του κόσμου. Φακίρηδες με ινδικά σαρίκια από ωραίο μεταξωτό ύφασμα και λαμπερή καρφίτσα στην κορυφή από ψεύτικα πολύχρωμα διαμάντια, έπεφταν αργά αργά και ξαπλώνονταν για μια και δυο ώρες ανάσκελα πάνω στα καρφιά. Μάγοι ξανθοί και μάγοι μαύροι, μακρυμάλληδες, που ήταν σοφοί και διαβάζανε τη στρογγυλή γυάλα της μοίρας κι έτρεχε ο κοσμάκης σ’ αυτούς με δυο δραχμές να μάθει τα μελλούμενα. Η «ασώματος κεφαλή», ένα παμπόνηρο τρυκ με καθρέφτες και κομμάτια από γυαλί, κομμένα επιδέξια με διαμάντι, που σε ξεγελούσε και πίστευες ότι στέκεσαι μπροστά σ’ ένα κεφάλι ουρανοκατέβατο, ανεξάρτητο, δίχως σώμα. Χαρτορίχτρες και χαρτομάντισσες, επί το πλείστον μαντιλοδεμένες τσιγγάνες με φαρδιές φουστάνες και με σαλβάρια χρωματιστά, που τάζανε πως θα σου φέρνανε πίσω τάχα τον χαμένο αγαπητικό ή την αγαπητικιά σου. Μοιρατζούδες τουρκογύφτισσες, που μιλούσανε μια μπάσταρδη διάλεκτο με τούρκικα, ελληνικά και τσιγγάνικα ανακατωμένα και τις ασήμωνες για να σου πούνε τη μοίρα. Τα περιστέρια της τύχης που τα είχαν τ’ αφεντικά τους εξασκημένα να τσιμπάνε με το ράμφος τους χαρτάκια από ένα κουτί και σου διαλέγανε ένα φακελάκι μικρό, σα ραβασάκι, μέσα απ’ το σωρό κι έδινες εσύ μισό φράγκο και άνοιγες το γράμμα και διάβαζες πόσα χρόνια θα ζήσεις κι αν θα παντρευτείς και πόσα παιδιά θα κάνεις. Και φυσικά όλοι ζούσαν κοντά στα εκατό, έκαναν πολλά και καλά παιδιά, κι ευτυχισμένα – όλοι γιατροί θα βγαίνανε και θα δουλεύανε στην πόλη -, κι έτσι οι επιτήδειοι πήζανε στο τάλιρο. Τα μεγάλα κορμιά, οι πυγμάχοι, άντρες τρομεροί με παρατσούκλια, που δίνανε κανονική παράσταση, όπως ο Τζιμ Άτλας, ο Καραγιάννης, ο Τρομάρας και ο Φραγκούλης. Το κορίτσι-λάστιχο. Η Ζαμάγια με τα μάγια. Ο άνθρωπος – γορίλας. Το τρενάκι του τρόμου. Το κανόνι. Λούνα παρκ. Κούνιες. Συγκρουόμενα. Ταχυδακτυλουργοί. Κουκλοθέατρο. Το βιού μάστερ, που το είχαν τότε ανακαλύψει κι έκανε στους ανθρώπους πολύ μεγάλη εντύπωση, γιατί ήταν ένα μικρό ιδιωτικό σινεμά και γιατί έβγαινε από κει μέσα ο Ταρζάν με τη συντρόφισσά του, τη μαϊμού, κι εσύ χάζευες έκπληκτος ενώ το αφεντικό του, τουρκομερίτης, που τσέπωνε και το παραδάκι, σχολίαζε την κάθε εικόνα: «Ο Ταρζάν τον Τσίτον πιστόν φίλον είχε. Γλιεπ’ς, τζάνεμ;» Και ύστερα: «Μία ξανθιά πεντάμορφη, γκιουζελίμ, την λένε Τζέην, τον Ταρζάν είδε στη ζούγκλα και τον γύρεψε να τον κάνει άντρα της η χανούμ. Γλιεπ’ς, γιαβρούμ; Άιντε τώρα, πιτσιρίκο, άφεριν, πέσε μισό φράγκο». Το βιού μάστερ, γερή κονομισιά απ’ την πιστικαρία. Μόνο το θέατρο σκιών, που το συντηρούν κι αυτό απ’ τα παιδάκια, ερχόταν πιο σπάνια. Ο Καραγκιόζης, δυστυχώς, αυτή η σπουδαία λαϊκή τέχνη, είχε αρχίσει να πέφτει και οι καραγκιοζοπαίχτηδες να ψωμολυσσάνε. Έρχονταν και μικροπωλητές, προπαντός πωλητές παιχνιδιών για παιδάκια. Γλειφιτζούρια, κοκοράκια, της γριάς το μαλλί. Υπαίθρια βιβλιοπωλεία, ξηροί καρποί, μπιραρίες. Ο αρκουδιάρης, ο τσιγγάνος, με τη Μαρίτσα, την αρκούδα. Την είχε εξασκημένη κι έκανε καμώματα και μάζευε το παραδάκι με το ντέφι απ’ τους περίεργους. Καμιά φορά τη βάζανε και πατούσε ανθρώπους, τους έκανε μασάζ. Έδινε κανονική παράσταση η Μαρίτσα. Πολλά κόλπα της έμαθε ο αρκουδιάρης μετά το ’60, πως να παριστάνει τα καμώματα των ηθοποιών. Πώς κάνει ο Μπάρκουλης την Καρέζη όταν την παίρνει αγκαλιά. Πώς κοιτιέται η Βουγιουκλάκη στον καθρέφτη.
        Θωμάς Κοροβίνης, «Ο γύρος του θανάτου», Αθήνα: Άγρα 2010, σσ. 140-142.
        Exercises
        1. Να υπογραμμιστούν τα επίθετα των 12 πρώτων σειρών.
        2. Να κλιθούν τα εξής ουσιαστικά: φακίρηδες, γράμμα, χρόνια, μαϊμού, μικροπωλητές.
        3. Να βρεθούν τα δάνεια άλλων γλωσσών και να αποδοθεί η σημασία τους στα ελληνικά.

        Wednesday, 29 August 2012

        Literature, Victoria Hislop- The thread

        «Πάμε μια βόλτα, Μήτσο;» τον ρώτησε ο παππούς του. Τίποτα δεν απολάμβανε περισσότερο ο γερο – Δημήτρης από τον να βγαίνει αργά το βράδυ με τον εγγονό του, για καμιά μπίρα σε κάποιο παραλιακό μπαράκι, ελπίζοντας πως ίσως συναντήσει κάποιο φίλο του, για να μπορέσει να επιδείξει το παλικάρι.
        Και του Μήτσου του άρεσε να βγαίνει τέτοια ώρα. Οι δρόμοι έσφυζαν ακόμα από ζωή. Η νύχτα ήταν γλυκιά. Αναλογίστηκε τη γειτονιά στο Χάιγκεϊτ, όπου είχε μεγαλώσει και όπου τα σπίτια ήταν παραταγμένα στη σειρά σαν σπίρτα στο κουτί, πίσω από τις καλοκλαδεμένες βατουλιές τους, και όπου υπήρχε όλη κι όλη μία παμπ σε όλη την περιοχή, από την οποία σε πετούσαν έξω στις έντεκα ακριβώς.
        Οι δύο Δημήτρηδες έκατσαν σε ένα τραπέζι στην άκρη του λιμανιού κι ένας σερβιτόρος τούς καλωσόρισε και τους έφερε τις παγωμένες μπίρες τους. Σκάφη αναψυχής έκαναν νυχτερινές βαρκάδες και τα φώτα τους πηγαινοέρχονταν σαν πυγολαμπίδες μέσα στην εβένινη θάλασσα. Το μαύρο νερό φάνταζε απύθμενο, τα αστέρια αμέτρητα. Και κάθε λίγο, έπεφτε κι ένα.
        Υπήρχε μια ομορφιά σε τούτη τη σιγαλιά και στο σκοτάδι, που ο Μήτσος δεν την είχε ξαναδεί και τώρα την ένιωθε να τον κυριεύει. Για πρώτη φορά στη ζωή του, άρχιζε να καταλαβαίνει τι κρυβόταν κάτω απ’ αυτά τα πεζοδρόμια και πίσω από τις προσόψεις των κτιρίων.
        Κοίταξε τον παππού του, που τον αγαπούσε αφάνταστα και ήξερε με οδυνηρή βεβαιότητα πως δε θα ήταν εδώ για πάντα.
        Και τότε, αναρωτήθηκε πώς θα ήταν άραγε αν αποφάσιζε να ζήσει κι ο ίδιος μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τούτη η πόλη ήταν ένας τόπος όπου ο κόσμος συνωστιζόταν διαρκώς στους δρόμους, από το ένα χάραμα ως το άλλο, που η κάθε πέτρα του – αρχαία, καινούργια, καλογυαλισμένη ή σπασμένη – έσφυζε από ιστορία, και όπου οι άνθρωποι αγκάλιαζαν με θέρμη τους ανθρώπους. Υπέθετε πως η ζωή σ’ αυτή την πόλη θα εξακολουθούσε πάντα να επιφυλάσσει αντιξοότητες στους κατοίκους της, όμως για ένα πράγμα ήταν σίγουρος – αυτή η πόλη θα εξακολουθούσε επίσης πάντα να είναι πλούσια και μεστή, γεμάτη ιστορίες και μουσικές.
        Ξαφνικά, το ήξερε πως θα έμενε εδώ. Να νιώσει, να ακούσει.
        Βικτώρια Χίσλοπ, «Το νήμα», Αθήνα: Διόπτρα 2011, σσ. 606-607.